αυτόχθονες ελληνικές φυλές

Τα ζώα των αυτόχθονων ελληνικών φυλών ζουν από αρχαιοτάτων χρόνων στη γη των προγόνων τους. Γεννιούνται και μεγαλώνουν μαζί με τον άνθρωπο, αφομοιώνοντας ομαλά τις αλλαγές της ελληνικής φύσης. Η εκτροφή των ζώων αυτών γίνεται με τη μικρότερη δυνατή έως μηδενική ανθρώπινη παρέμβαση.

Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί να αναβιώσεις μια φυλή που είναι λιγότερο αποδοτική; Τα ποιοτικά προϊόντα είναι μια εναλλακτική πρόταση στις πρακτικές της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, είναι μια πρώτη απάντηση. Έρχονται σίγουρα στο μυαλό μας τα διατροφικά σκάνδαλα με τα ζώα, των τελευταίων ετών. Αναζητάμε όλο και περισσότερο αυτό που είναι κοντά στη φύση. Τα ζώα εκτατικής εκτροφής θα έπρεπε να συμμετέχουν περισσότερο στη διατροφή μας, αφού ζουν και τρέφονται πιο φυσιολογικά από τα ζώα εντατικής εκτροφής. Η διάσωση των αυτόχθονων παραδοσιακών φυλών έχει ενδιαφέρουσες προεκτάσεις. Είναι, για παράδειγμα, απαραίτητη για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας των ζώων του τόπου μας. Εξάλλου τα ζώα αυτά είναι συνυφασμένα με την ελληνική διατροφική πολιτιστική παράδοση.

Οι αυτόχθονες φυλές, που έχουν επιβιώσει με φυσική επιλογή επί χιλιετίες, μπορούν να αντιμετωπίζουν τις αντιξοότητες – όπως τις κλιματικές αλλαγές- με αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, ενώ έχουν και ιδιαίτερη αντοχή στις ασθένειες, άρα δεν απαιτούν σωρεία φαρμάκων. Από μια άλλη άποψη, η εκτροφή τους θα δώσει ζωή σε εκτάσεις της χώρας, που μένουν αναξιοποίητες. Τα προϊόντα τους μπορούν στο μέλλον να προστεθούν στα υψηλής ποιότητας ελληνικά τρόφιμα που μπορούν να προωθηθούν ανταγωνιστικά στο εξωτερικό.

Βόειο βραχυκερατικό

Τα ζώα της αυτόχθονης Ελληνικής βραχυκερατικής φυλής βοοειδών όπως πιστεύεται, συγγενεύουν με εκείνα της Ιλλυρικής Βραχυκερατικής φυλής, τα οποία ήταν παλαιότερα διαδεδομένα σε όλα τα βαλκανικά κράτη.

Είναι μικρόσωμα ζώα, το σωματικό βάρος των αρσενικών φτάνει τα 300 κιλά, ενώ των θηλυκών μόλις τα 200 κιλά. Αναπτύσσονται αργά, ωστόσο είναι ανθεκτικά, λιτοδίαιτα, μακρόβια και υψηλής αναπαραγωγικής ικανότητας ζώα.

Ζουν στην ύπαιθρο όλο το χρόνο, καταλύματα και στάβλοι χρησιμοποιούνται μόνο για τις δύσκολες χειμερινές συνθήκες, ενώ εκτρέφονται κυρίως σε ορεινούς βοσκότοπους, φτωχούς σε βλάστηση. Τα ελληνικά βοοειδή είναι μικρότερα σε μέγεθος, επειδή έχουν προσαρμοστεί στο ορεινό ανάγλυφο της χώρας. Ο κάτοικος ενός βουνού, δεν θα μπορούσε να έχει μια μεγάλη αγελάδα, οπότε προτίμησε μια μικρόσωμη που να μπορεί να βόσκει μόνη της, να σκαρφαλώνει στα βουνά και να επιβιώνει στις κλιματικές συνθήκες.

Τα χαρακτηριστικά αυτά καθιστούν τη συγκεκριμένη φυλή ως μία από τις πλέον κατάλληλες για εκτατική και βιολογική εκτροφή στη χώρα μας, σε αντίθεση με τις βελτιωμένες φυλές βοοειδών, που απαιτούν πολύ μεγαλύτερη φροντίδα από τον κτηνοτρόφο και τον κτηνίατρο όλο το χρόνο. Οι εκτατικές συνθήκες εκτροφής των ζώων της Ελληνικής βραχυκερατικής προσδίδουν στο κρέας εξαιρετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά και γεύση, τα οποία, προς το παρόν, λίγοι καταναλωτές γνωρίζουν.

Αγοράστε βόειο βραχυκερατικό στο κρεοπωλείο μας.

Μαύρος χοίρος

Ο ελληνικός μαύρος χοίρος έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα. Ο Εύμαιος, ο χοιροβοσκός του Οδυσσέα τον εκτρέφει στη φάρμα του. Το ίδιο είδος θα πάρει μαζί του ο Μέγας Αλέξανδρος προκειμένου να εξασφαλίσει τη σωστή και ισορροπημένη διατροφή του ίδιου και των ανδρών του, στην εκστρατεία του στην Ασία.

Οι Έλληνες μετέφεραν τον μαύρο χοίρο στις αποικίες της Ν. Ιταλίας και Σικελίας κι έτσι θα δημιουργηθεί και θα καθιερωθεί στις περιοχές αυτές το πασίγνωστο prosciutto, ενώ από τη φυλή του αυτόχθονα μαύρου χοίρου προέρχεται και το δημοφιλές αλλαντικό iberico jamon (ιβηρικό χαμόν).

Ο αυτόχθονας μαύρος χοίρος αποτελεί την πιο αρχαία ράτσα που έγινε οικόσιτη στον ελλαδικό χώρο αλλά και την πιο κοινή, τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του ’60. Αυτή την περίοδο εξαφανίστηκε σχεδόν απότομα, θύμα κι αυτός της μετανάστευσης που ερήμωσε την ελληνική ύπαιθρο.

Ένα απ’ τα χαρακτηριστικά της φυλής είναι η ανθεκτικότητα στις καιρικές συνθήκες και η αντοχή στις ασθένειες. Η εκτροφή του μαύρου χοίρου είναι εκτατική και τα ζώα γεννιούνται και διαβιώνουν στο φυσικό τους περιβάλλον με αυτοφυή βλάστηση βελανιδιάς, δρυς, οξιάς, καστανιάς, πατάτες φτέρης, χλόη, κ.τ.λ., όπου τα ζώα είναι ελεγχόμενα αλλά ελεύθερα, διατηρώντας την ευεξία τους και την ευζωία τους.

Ο παραγωγός επεμβαίνει ζωτικά στην οργάνωση και στην διατροφή των ζώων αυτών με απλές τροφές όπως καλαμπόκι, σιτηρά, ψυχανθή κ.ά., με μοναδικό μειονέκτημα την αργή ανάπτυξη, αλλά πλεονεκτώντας σε απόδοση με ένα ποιοτικά, γευστικά και θρεπτικά ανώτερο κρέας.

Το εμφανισιακά πιο κόκκινο κρέας του έχει ελαφρώς περισσότερο λίπος – ωστόσο λιγότερο ενδομυϊκό – είναι πιο «χυμώδες» απ’ τα γνωστά χοιρινά κρέατα. Το λίπος αυτό περιέχει μέχρι και 50% μονοακόρεστα λιπαρά, όπως το α-λινολεϊκό οξύ. Επίσης το κρέας του μαύρου χοίρου περιέχει ω3 και ω6 λιπαρά οξέα, από τα πιο υγιεινά ζωικά λίπη και περισσότερη πρωτεΐνη.

Αγοράστε μαύρο χοίρο στο κρεοπωλείο μας.

Βουβάλι

Οι νεροβούβαλοι ήρθαν στην Ελλάδα από την Ασία, την περίοδο της εκστρατείας του Ξέρξη, καθώς χρησιμοποιήθηκαν από τους στρατιώτες στις μεταφορές τους, λόγω της ιδιαίτερης δύναμης και αντοχής τους. Τις δεκαετίες ’60-’80 ο πληθυσμός τους μειώνεται δραματικά, ωστόσο από τότε μέχρι σήμερα έχει γίνει μια πολύ σημαντική προσπάθεια προώθησης του είδους και υποστήριξης των βουβαλοτρόφων. Αξίζει να σημειωθεί ότι επειδή θεωρείται είδος προς εξαφάνιση, οι νεροβούβαλοι προστατεύονται από τη σύμβαση του Ραμσάρ.

Αυτό το ιδιαίτερο, δυναμικό και στιβαρό ζώο, ζει και μεγαλώνει σε φυσικές συνθήκες. Αρνείται να ζήσει σε αιχμαλωσία και αποκτά ένα ιδιαίτερο δέσιμο με τον άνθρωπο. Τα βουβάλια είναι υγιή ζώα, ανθεκτικά και ευπροσάρμοστα στο περιβάλλον. Θεωρούνται υδρόβια, αγαπούν ιδιαίτερα το νερό και τη λάσπη, που τα προστατεύει από τα έντομα και συμβιώνουν με διάφορα όμορφα είδη πουλιών και άλλων ζώων που έχουν σαν σπίτι τους τις όμορφες λίμνες της χώρας μας, συνθέτοντας έτσι ένα πανέμορφο τοπίο για τους επισκέπτες.

Το κρέας τους, έντονο και μεστό γευστικά, είναι ιδιαίτερα υψηλής διατροφικής αξίας. Τα 100 γρ. βουβαλίσιου κρέατος έχουν μόλις 130 θερμίδες, ενώ η αντίστοιχη ποσότητα θερμίδων για το βόειο κρέας ανέρχεται σε 260-300, για το αρνί 241 και για τη γαλοπούλα 323 θερμίδες αντίστοιχα. Επιπλέον ο σίδηρός του είναι στο 2-3%, όταν στο μοσχάρι φτάνει μόλις στο 0,3%. Το βουβαλίσιο κρέας λοιπόν έχει διπλάσιο σίδηρο απ’ το μοσχάρι, λιγότερα λίπη, θερμίδες και χοληστερόλη ακόμη και από το κοτόπουλο. Όταν οι βούβαλοι αναπτύσσονται και διατρέφονται κατάλληλα, το κρέας τους είναι τρυφερό και εύγευστο.

Το βουβάλι, σύμφωνα με την Εθνική Ακαδημία Επιστημών των ΗΠΑ , δύναται να εξελιχθεί σε μία από τις κύριες πηγές προμήθειας κρέατος, αν και εκτροφή βουβάλων αποκλειστικά για την παραγωγή κρέατος παρατηρείται μόνον πρόσφατα.

Αγοράστε βουβάλι στο κρεοπωλείο μας.